Οι παγκόσμιες ανισορροπίες επιστρέφουν – Ποιος ευθύνεται αυτή τη φορά;

Λίγο πριν από την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008, που πυροδότησε τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, οι οικονομολόγοι ανησυχούσαν έντονα — αλλά όχι για το σωστό λόγο. Αντί να εστιάζουν στις υπερχρεωμένες αμερικανικές τράπεζες, ανησυχούσαν για την υπερβολική αποταμίευση στην Ασία, τη λεγόμενη «παγκόσμια υπερβάλλουσα αποταμίευση». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η συσσώρευση αποθεμάτων σε δολάρια από ασιατικές οικονομίες πίεζε τα επιτόκια προς τα κάτω, ενθαρρύνοντας τους Αμερικανούς να καταναλώνουν περισσότερο απ’ όσο παρήγαγαν.

Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλες εμπορικές ανισορροπίες: η Ασία εμφάνιζε πλεονάσματα, ενώ οι ΗΠΑ κατέγραφαν σημαντικά ελλείμματα. Σήμερα, αυτές οι «παγκόσμιες ανισορροπίες» επιστρέφουν και επανέρχονται στο επίκεντρο της διεθνούς οικονομικής συζήτησης.

Αν και δεν έχουν φτάσει τα επίπεδα της δεκαετίας του 2000 —το συνολικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των χωρών με ελλείμματα ανήλθε στο 1,6% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2025, έναντι 2,6% το 2006— η συζήτηση είναι πιο έντονη από ποτέ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποίησε το εμπορικό έλλειμμα ως επιχείρημα για την επιβολή δασμών, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε τα πλεονάσματα της Κίνας «αβάσταχτα».

Ένα βασικό ερώτημα παραμένει: ποιος ευθύνεται; Μία απάντηση δείχνει προς το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ. Η αύξηση δαπανών ή οι φοροελαφρύνσεις ενισχύουν την κατανάλωση και μειώνουν την αποταμίευση, οδηγώντας σε υψηλότερα επιτόκια και ενίσχυση του δολαρίου — κάτι που καθιστά τις εξαγωγές λιγότερο ανταγωνιστικές.

Άλλοι αναλυτές στρέφουν το βλέμμα τους στην Ασία, και κυρίως στην Κίνα. Αυτή τη φορά, όμως, δεν κατηγορείται για υπερβολική αποταμίευση, αλλά για επιθετική βιομηχανική πολιτική. Οι κρατικές επιδοτήσεις οδηγούν σε υπερπαραγωγή, με αποτέλεσμα τα πλεονάζοντα προϊόντα να διοχετεύονται στις διεθνείς αγορές, πιέζοντας τις τοπικές οικονομίες.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι ανισορροπίες δεν καθορίζονται μόνο από αποταμίευση και επενδύσεις, αλλά και από προσδοκίες. Η επίδραση της βιομηχανικής πολιτικής εξαρτάται από το αν θεωρείται προσωρινή ή μόνιμη. Αν εκλαμβάνεται ως παροδική, οι πολίτες αυξάνουν την αποταμίευση, ενισχύοντας το εμπορικό ισοζύγιο. Αν θεωρείται διαρκής, αυξάνεται η κατανάλωση και οι εισαγωγές, εξισορροπώντας τις εξαγωγές.

Στην περίπτωση της Κίνας, πολλοί αποδίδουν τα πλεονάσματα σε «καταστολή κατανάλωσης», λόγω περιορισμένου κοινωνικού κράτους και αυξημένης ανάγκης για αποταμίευση. Ωστόσο, τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν πλήρως αυτή την άποψη. Οι δημόσιες δαπάνες έχουν αυξηθεί, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα διευρύνεται, ακόμη και όταν αυξάνονται τα πλεονάσματα.

Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να παίζει η κρίση στην αγορά ακινήτων, που έχει περιορίσει την κατανάλωση στην Κίνα. Αν η χώρα ευθύνεται για τις ανισορροπίες, αυτό ίσως οφείλεται περισσότερο σε λάθος εκτίμηση παρά σε στρατηγική επιλογή.

Όσον αφορά τις ΗΠΑ, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα δεν θεωρούνται πλέον αναγκαία για τη στήριξη της οικονομίας, αλλά περισσότερο πολιτική επιλογή.

Συνολικά, οι αιτίες των παγκόσμιων ανισορροπιών παραμένουν περίπλοκες και πολυπαραγοντικές. Κανένας παράγοντας δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά υπεύθυνος — ωστόσο, η εξέλιξη της κατάστασης εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία για τις επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία.

Με πληροφορίες από The Economist