
Η απόφαση να πουλήσει κάποιος μια επένδυση που καταγράφει ζημιές είναι συχνά πολύ πιο δύσκολη από όσο φαίνεται. Θεωρητικά, ο επενδυτής θα έπρεπε να αξιολογεί ψύχραιμα τα δεδομένα και να αποφασίζει εάν η επένδυση εξακολουθεί να έχει προοπτικές. Στην πράξη, όμως, οι οικονομικές αποφάσεις επηρεάζονται έντονα από το συναίσθημα, τις προσδοκίες και τις γνωστικές προκαταλήψεις.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η αποστροφή προς τη ζημιά. Οι άνθρωποι βιώνουν συνήθως τον πόνο μιας απώλειας πιο έντονα από την ικανοποίηση ενός αντίστοιχου κέρδους. Μια ζημιά 1.000 ευρώ μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση από τη χαρά που προσφέρει ένα κέρδος του ίδιου ποσού. Έτσι, ο επενδυτής αποφεύγει να πουλήσει, επειδή η πώληση μετατρέπει τη θεωρητική ζημιά σε οριστική.
Όσο η επένδυση παραμένει στο χαρτοφυλάκιο, υπάρχει η ελπίδα ότι η τιμή θα ανακάμψει. Ο επενδυτής μπορεί να σκέφτεται ότι «δεν έχασε ακόμη», αφού δεν έχει πουλήσει. Αυτή η αντίληψη δημιουργεί μια ψευδαίσθηση προσωρινότητας, ακόμη και όταν τα οικονομικά δεδομένα της εταιρείας ή της αγοράς έχουν επιδεινωθεί σημαντικά.
Σημαντικό ρόλο παίζει και το λεγόμενο φαινόμενο της αγκύρωσης. Πολλοί επενδυτές παραμένουν προσκολλημένοι στην τιμή στην οποία αγόρασαν ένα περιουσιακό στοιχείο. Θεωρούν ότι η τιμή αγοράς αποτελεί ένα φυσικό σημείο αναφοράς και περιμένουν μέχρι η επένδυση να επιστρέψει σε αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, η αγορά δεν γνωρίζει ούτε λαμβάνει υπόψη την τιμή που πλήρωσε ο κάθε επενδυτής.
Παράλληλα, λειτουργεί η παγίδα του ήδη πραγματοποιημένου κόστους. Όταν κάποιος έχει επενδύσει χρήματα, χρόνο και προσδοκίες σε μια επιλογή, δυσκολεύεται να παραδεχθεί ότι αυτή δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε. Η πώληση μπορεί να βιωθεί ως προσωπική αποτυχία ή ως παραδοχή λανθασμένης κρίσης. Για να προστατεύσει την αυτοεικόνα του, ο επενδυτής αναζητά πληροφορίες που ενισχύουν την αρχική του απόφαση και αγνοεί προειδοποιητικά στοιχεία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάθε ζημιογόνα επένδυση πρέπει να πωλείται. Ορισμένες προσωρινές πτώσεις μπορούν πράγματι να αποτελέσουν μέρος μιας μακροπρόθεσμης πορείας. Η κρίσιμη ερώτηση, όμως, δεν είναι εάν η τιμή βρίσκεται κάτω από την τιμή αγοράς. Είναι εάν οι λόγοι για τους οποίους έγινε η επένδυση εξακολουθούν να ισχύουν.
Ένα προκαθορισμένο επενδυτικό σχέδιο μπορεί να περιορίσει τις παρορμητικές αποφάσεις. Η καταγραφή των αρχικών λόγων αγοράς, των βασικών κινδύνων και των συνθηκών που θα δικαιολογούσαν μια πώληση βοηθά τον επενδυτή να αξιολογεί την κατάσταση πιο αντικειμενικά. Η πώληση μιας ζημιογόνας επένδυσης δεν αποτελεί πάντοτε αποτυχία. Μπορεί να είναι μια συνειδητή απόφαση διαχείρισης κινδύνου και προστασίας του κεφαλαίου.







