
Έντονες ανισορροπίες αποκαλύπτουν τα στοιχεία για τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των οφειλετών χρωστά σχετικά μικρά ποσά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των συνολικών οφειλών συγκεντρώνεται σε έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό φυσικών και νομικών προσώπων.
Σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, που δημοσιοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 και βασίζεται σε στοιχεία της ΑΑΔΕ έως το τέλος Ιουλίου, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανέρχεται σε 109,77 δισ. ευρώ.
Παρά τη μείωση κατά 2,06 δισ. ευρώ σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2025, η κατανομή των οφειλών αναδεικνύει ένα σύνθετο πρόβλημα: οι μικροοφειλέτες αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα, αλλά οι μεγαλύτερες οφειλές εξακολουθούν να συγκεντρώνονται σε λίγους.
Το 74,36% των χρεών σε μόλις 10.452 οφειλέτες
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση χρεών εντοπίζεται στην κατηγορία των οφειλών που ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο ευρώ.
Συγκεκριμένα, 10.452 οφειλέτες, οι οποίοι αντιστοιχούν μόλις στο 0,26% του συνόλου, εμφανίζουν συνολικές οφειλές ύψους 81,62 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 74,36% των ληξιπρόθεσμων χρεών.
Στην άλλη πλευρά βρίσκονται εκατομμύρια φορολογούμενοι με σημαντικά χαμηλότερες υποχρεώσεις. Το 89,77% των οφειλετών χρωστά έως 10.000 ευρώ, αλλά οι οφειλές αυτής της ομάδας αντιστοιχούν μόλις στο 3,57% του συνολικού υπολοίπου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι περισσότεροι από τους μισούς οφειλέτες, ποσοστό 55,42%, έχουν χρέη κάτω των 500 ευρώ. Το μερίδιό τους στο συνολικό ποσό περιορίζεται στο 0,27%.
Λιγότεροι οφειλέτες, περισσότερα μεγάλα χρέη
Ο αριθμός των φυσικών και νομικών προσώπων με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις διαμορφώθηκε σε 3.985.112, καταγράφοντας ετήσια μείωση κατά 16.682.
Ωστόσο, η υποχώρηση αυτή δεν παρατηρείται σε όλες τις κατηγορίες.
Στα χρέη έως 3.000 ευρώ, οι οφειλέτες μειώθηκαν κατά 68.120. Αντίθετα, στις υψηλότερες κλίμακες καταγράφηκε αύξηση.
Ειδικότερα, οι οφειλέτες με υποχρεώσεις από 10.000 έως 100.000 ευρώ αυξήθηκαν κατά 18.209, ενώ εκείνοι με χρέη από 100.000 έως ένα εκατομμύριο ευρώ ενισχύθηκαν κατά 4.199. Παράλληλα, κατά 506 αυξήθηκαν όσοι χρωστούν περισσότερα από ένα εκατομμύριο ευρώ.
Ανοδικά κινήθηκε και το ύψος των οφειλών στις ενδιάμεσες κατηγορίες, με αύξηση 612,3 εκατ. ευρώ στα χρέη από 10.000 έως 100.000 ευρώ και περίπου 1,01 δισ. ευρώ στις οφειλές από 100.000 έως ένα εκατομμύριο ευρώ.
Η συνολική μείωση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου αποδίδεται κυρίως στην υποχώρηση κατά 3,72 δισ. ευρώ των οφειλών άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Πόσα από τα χρέη θεωρούνται εισπράξιμα;
Από τα συνολικά 109,77 δισ. ευρώ, ένα σημαντικό μέρος έχει χαρακτηριστεί ανεπίδεκτο είσπραξης.
Το ποσό αυτό ανέρχεται σε 30,50 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 27,78% του συνολικού υπολοίπου.
Μετά την αφαίρεσή του, το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, σύμφωνα με τον ορισμό της έκθεσης, διαμορφώνεται σε 79,27 δισ. ευρώ.
Η διάκριση είναι ουσιαστική, καθώς ο χαρακτηρισμός μιας οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης δεν σημαίνει ότι το Δημόσιο εισέπραξε το αντίστοιχο ποσό.
Χαρακτηριστικά, τον Νοέμβριο του 2025, οφειλές 5,51 δισ. ευρώ που σχετίζονταν με πρόστιμα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων εντάχθηκαν στην κατηγορία των ανεπίδεκτων είσπραξης, επηρεάζοντας το ύψος του πραγματικού υπολοίπου.
ΦΠΑ και φόρος εισοδήματος στην κορυφή των οφειλών
Από τα 79,27 δισ. ευρώ του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, τα 52,69 δισ. ευρώ αφορούν φορολογικές οφειλές, αντιπροσωπεύοντας το 66,46%.
Τα πρόστιμα ανέρχονται σε 17,31 δισ. ευρώ, ενώ οι μη φορολογικές οφειλές, στις οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμοί, φτάνουν τα 9,27 δισ. ευρώ.
Στις φορολογικές οφειλές, σημαντικό βάρος έχει ο ΦΠΑ, με χρέη 24,86 δισ. ευρώ. Ο φόρος εισοδήματος αντιπροσωπεύει το 42,22% των φορολογικών οφειλών, ενώ οι φόροι περιουσίας αντιστοιχούν σε 2,76 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ηλικία των οφειλών. Ποσό 18,45 δισ. ευρώ αφορά χρέη με λήξη δόσεων πριν από την τελευταία δεκαετία, ενώ 8,12 δισ. ευρώ προέρχονται από πτωχευμένους οφειλέτες.
Οι δύο αυτές κατηγορίες συγκεντρώνουν το 32,95% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, αλλά συνεισφέρουν μόλις το 1,99% των εισπράξεων, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες ανάκτησης παλαιών και προβληματικών απαιτήσεων.
Επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα: Ποιοι χρωστούν περισσότερα;
Η κατανομή των ληξιπρόθεσμων οφειλών παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων.
Οι οφειλές των φυσικών προσώπων φτάνουν τα 43,65 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 39,76% του συνολικού υπολοίπου.
Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις και τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα συγκεντρώνουν χρέη 66,12 δισ. ευρώ, δηλαδή το 60,24%.
Στις μικρές οφειλές έως 10.000 ευρώ κυριαρχούν αριθμητικά τα φυσικά πρόσωπα, με 3.229.092 οφειλέτες.
Στις οφειλές άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, όμως, κυριαρχούν τα νομικά πρόσωπα. Συγκεντρώνουν 55,73 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 68,28% των χρεών της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Εκτός ρύθμισης το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έκθεσης αφορά τη χαμηλή συμμετοχή των ληξιπρόθεσμων χρεών σε ενεργές ρυθμίσεις.
Από τα 79,27 δισ. ευρώ του πραγματικού υπολοίπου, μόλις 5,31 δισ. ευρώ βρίσκονται σε ρύθμιση, ποσοστό 6,70%.
Το υψηλότερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών καταγράφεται στην κατηγορία από 10.001 έως 100.000 ευρώ, όπου διαμορφώνεται στο 18,44%.
Αντίθετα, οι πολύ μικρές και οι πολύ μεγάλες οφειλές εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά ένταξης σε ρυθμίσεις.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης για τη φορολογική διοίκηση, καθώς η ύπαρξη μεγάλου ληξιπρόθεσμου υπολοίπου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αντίστοιχη δυνατότητα είσπραξης.
Οφειλές: Δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου προβλήματος
Τα στοιχεία σκιαγραφούν δύο παράλληλες πραγματικότητες.
Από τη μία πλευρά, εκατομμύρια φορολογούμενοι εμφανίζουν σχετικά μικρές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Από την άλλη, μια εξαιρετικά περιορισμένη ομάδα μεγαλοοφειλετών συγκεντρώνει σχεδόν τα τρία τέταρτα των συνολικών χρεών.
Παράλληλα, το υψηλό ποσοστό οφειλών που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης και η περιορισμένη ένταξη σε ρυθμίσεις υπογραμμίζουν τη διαφορά ανάμεσα στο λογιστικό ύψος των χρεών και στις πραγματικές προοπτικές ανάκτησής τους.
Η αποτελεσματική διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών παραμένει, επομένως, ένα σύνθετο ζήτημα, που δεν εξαρτάται μόνο από το συνολικό ύψος τους, αλλά και από τη σύνθεση, την παλαιότητα και την εισπραξιμότητά τους.
Πηγή στοιχείων: Τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, Σεπτέμβριος 2026, με στοιχεία ΑΑΔΕ έως τον Ιούλιο 2026. Βάσει δημοσιεύματος του Οικονομικού Ταχυδρόμου (02.10.2026).







