Οι προοπτικές ελληνικών τραπεζών για επενδυτές

Οι προοπτικές ελληνικών τραπεζών για επενδυτές

Η τραπεζική μετοχή δεν κρίνεται από έναν εντυπωσιακό τριμηνιαίο αριθμό ούτε από μια πρόσκαιρη κίνηση του Γενικού Δείκτη. Οι προοπτικές ελληνικών τραπεζών συνδέονται με μια πιο ουσιαστική ερώτηση: μπορούν να διατηρήσουν υψηλή κερδοφορία, να αυξήσουν τις χορηγήσεις και να ανταμείψουν τους μετόχους τους όταν το περιβάλλον των επιτοκίων γίνει λιγότερο ευνοϊκό;

Για τον ιδιώτη επενδυτή, οι τράπεζες είναι ένας κλάδος με ιδιαίτερο βάρος στο Χρηματιστήριο Αθηνών και με μεγάλη ευαισθησία στις οικονομικές εξελίξεις. Αυτό δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά δεν δικαιολογεί απλουστεύσεις του τύπου «οι τράπεζες πάνε καλά, άρα αγοράζω». Η σωστή προσέγγιση είναι να διαχωρίσουμε την κυκλική συγκυρία από τη μακροπρόθεσμη αξία που μπορεί να δημιουργήσει κάθε τράπεζα.

Προοπτικές ελληνικών τραπεζών: η νέα βάση σύγκρισης

Η εικόνα του κλάδου έχει αλλάξει ουσιαστικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Η μεγάλη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, η ενίσχυση των κεφαλαιακών δεικτών και η επιστροφή σε σταθερή οργανική κερδοφορία έχουν μετατοπίσει τη συζήτηση. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο η επιβίωση ή η εξυγίανση των ισολογισμών. Είναι η ποιότητα και η διάρκεια της κερδοφορίας.

Τα υψηλότερα επιτόκια λειτούργησαν θετικά για τα καθαρά έσοδα από τόκους. Όταν οι αποδόσεις των δανείων αναπροσαρμόζονται ταχύτερα από το κόστος των καταθέσεων, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο ενισχύεται. Αυτή η εξέλιξη βελτίωσε σημαντικά τα αποτελέσματα των τραπεζών, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μόνιμη κατάσταση.

Καθώς η νομισματική πολιτική χαλαρώνει, η πίεση στα επιτοκιακά περιθώρια είναι πιθανή. Το κρίσιμο δεν είναι αν τα καθαρά έσοδα από τόκους θα υποχωρήσουν οριακά σε ένα τρίμηνο. Κρίσιμο είναι αν η πτώση αυτή αντισταθμίζεται από μεγαλύτερο όγκο δανείων, καλύτερη σύνθεση χορηγήσεων, προμήθειες από υπηρεσίες και συνετό έλεγχο του λειτουργικού κόστους.

Η πιστωτική επέκταση είναι το επόμενο τεστ

Μια τράπεζα δεν μπορεί να στηρίζει επ’ αόριστον τα κέρδη της μόνο στην τιμολόγηση του υπάρχοντος χαρτοφυλακίου. Χρειάζεται υγιής πιστωτική επέκταση. Για την ελληνική οικονομία, αυτό συνδέεται με εταιρικές επενδύσεις, έργα υποδομών, τουρισμό, ενέργεια, εξαγωγικές επιχειρήσεις και τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η αύξηση των δανείων είναι θετική μόνο όταν γίνεται με σωστά κριτήρια. Μια επιθετική επέκταση που θυσιάζει την πιστωτική ποιότητα μπορεί να βελτιώσει προσωρινά τα έσοδα, αλλά να δημιουργήσει ζημιές αργότερα. Ο επενδυτής χρειάζεται να εξετάζει όχι μόνο πόσο αυξάνονται οι χορηγήσεις, αλλά και σε ποιους κλάδους κατευθύνονται, με ποιες εξασφαλίσεις και με ποια τιμολόγηση κινδύνου.

Υπάρχει επίσης η πλευρά της ζήτησης. Τα νοικοκυριά παραμένουν προσεκτικά, ενώ η στεγαστική πίστη επηρεάζεται από το εισόδημα, τις τιμές κατοικίας και το κόστος χρηματοδότησης. Αντίθετα, οι ισχυρές επιχειρηματικές επενδύσεις μπορούν να προσφέρουν πιο σταθερή βάση ανάπτυξης. Επομένως, η σύνθεση της πιστωτικής επέκτασης έχει μεγαλύτερη σημασία από έναν συνολικό τίτλο περί «αύξησης δανείων».

Μερίσματα, κεφάλαιο και αποδόσεις για τον μέτοχο

Η επαναφορά των διανομών προς τους μετόχους αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην επενδυτική περίπτωση των ελληνικών τραπεζών. Για χρόνια, η ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης περιόριζε τη δυνατότητα ανταμοιβής των μετόχων. Σήμερα, η συζήτηση αφορά το ποσοστό διανομής κερδών, τη δυνατότητα αύξησής του και τη χρήση επαναγορών ιδίων μετοχών όπου αυτές είναι κατάλληλες.

Το μέρισμα, όμως, δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα. Μια υψηλή μερισματική απόδοση είναι ελκυστική όταν προέρχεται από επαναλαμβανόμενα κέρδη και όταν η τράπεζα διατηρεί επαρκές κεφάλαιο μετά τη διανομή. Αν προκύπτει από έκτακτα έσοδα ή από υπερβολική ανάληψη κινδύνου, μπορεί να δώσει λάθος αίσθηση ασφάλειας.

Οι κεφαλαιακοί δείκτες λειτουργούν ως μαξιλάρι απέναντι σε απρόβλεπτες ζημιές και ως βάση για μελλοντική ανάπτυξη. Μια διοίκηση έχει να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις χρήσεις του κεφαλαίου: νέες χορηγήσεις, ενίσχυση του ισολογισμού και ανταμοιβή των μετόχων. Δεν υπάρχει μία σωστή απάντηση για όλες τις τράπεζες. Η σωστή απόφαση εξαρτάται από την ποιότητα των επενδυτικών ευκαιριών και από το επίπεδο κινδύνου που ήδη αναλαμβάνει η καθεμία.

Τι να κοιτάζει ο επενδυτής στα αποτελέσματα

Τα τραπεζικά αποτελέσματα έχουν πολλούς δείκτες, αλλά δεν χρειάζεται ο ιδιώτης επενδυτής να χαθεί σε δεκάδες σελίδες. Χρειάζεται να παρακολουθεί με συνέπεια τέσσερις συνδέσεις μεταξύ αριθμών:

  • Τα καθαρά έσοδα από τόκους σε σχέση με την πορεία των επιτοκίων και το κόστος των καταθέσεων.
  • Την αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων σε σχέση με τις νέες καθυστερήσεις και τις προβλέψεις για επισφάλειες.
  • Την απόδοση ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με την ποιότητα των κερδών και όχι μόνο με έκτακτα αποτελέσματα.
  • Το μέρισμα ή την επαναγορά μετοχών σε σχέση με τους κεφαλαιακούς δείκτες και τις μελλοντικές ανάγκες χρηματοδότησης.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στο κόστος καταθέσεων. Ο ανταγωνισμός για αποταμιευτικά προϊόντα μπορεί να αυξήσει την αμοιβή των καταθετών και να περιορίσει τα περιθώρια. Παράλληλα, τα έσοδα από προμήθειες – όπως πληρωμές, διαχείριση κεφαλαίων, ασφάλειες και χρηματιστηριακές υπηρεσίες – αποκτούν μεγαλύτερη αξία όσο η επίδραση των υψηλών επιτοκίων εξασθενεί.

Αποτίμηση: φθηνή μετοχή ή σωστά τιμολογημένος κίνδυνος;

Οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές συχνά προσελκύουν ενδιαφέρον επειδή διαπραγματεύονται με δείκτες που μπορεί να φαίνονται χαμηλοί σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Ένας χαμηλός λόγος τιμής προς λογιστική αξία, όμως, δεν αποτελεί μόνος του επενδυτικό επιχείρημα. Η αγορά μπορεί να προεξοφλεί χαμηλότερη κερδοφορία στο μέλλον, υψηλότερο κίνδυνο χώρας ή αβεβαιότητα ως προς τη διάρκεια των αποδόσεων.

Αντίστοιχα, ένας υψηλότερος πολλαπλασιαστής μπορεί να δικαιολογείται όταν μια τράπεζα διαθέτει καλύτερη οργανική ανάπτυξη, πιο αποτελεσματική διοίκηση κόστους, ισχυρότερη παραγωγή προμηθειών ή πιο αξιόπιστη πολιτική επιστροφής κεφαλαίου. Η σύγκριση πρέπει να γίνεται με βάση την αναμενόμενη κερδοφορία και όχι μόνο με βάση τα κέρδη μιας ευνοϊκής χρονιάς.

Για τον μακροπρόθεσμο επενδυτή, η ερώτηση είναι απλή αλλά απαιτητική: σε ποια τιμή αγοράζω μια επιχείρηση που μπορεί να παράγει διατηρήσιμη απόδοση επί των ιδίων κεφαλαίων; Η απάντηση απαιτεί εκτίμηση, όχι βεβαιότητα. Γι’ αυτό η διασπορά χαρτοφυλακίου παραμένει απαραίτητη, ακόμη και όταν η επενδυτική ιστορία του κλάδου είναι πειστική.

Οι κίνδυνοι που δεν πρέπει να αγνοηθούν

Η ελληνική οικονομία είναι πιο ανθεκτική από ό,τι στο παρελθόν, αλλά οι τράπεζες παραμένουν κυκλικές επιχειρήσεις. Μια σημαντική επιβράδυνση στην Ευρώπη, αυξημένη γεωπολιτική ένταση, αδύναμη κατανάλωση ή νέα άνοδος της ανεργίας θα μπορούσαν να πιέσουν τη ζήτηση για δάνεια και την ικανότητα αποπληρωμής τους.

Υπάρχουν και ειδικότεροι κίνδυνοι. Η ταχεία μείωση επιτοκίων ενδέχεται να περιορίσει τα έσοδα ταχύτερα από τις προβλέψεις. Η ένταση του ανταγωνισμού στις καταθέσεις μπορεί να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης. Επιπλέον, παλαιές εκκρεμότητες, νομικοί κίνδυνοι ή νέες ανάγκες προβλέψεων μπορούν να επηρεάσουν την καθαρή κερδοφορία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο επενδυτής πρέπει να αποφεύγει τον κλάδο. Σημαίνει ότι δεν πρέπει να τον αντιμετωπίζει ως ενιαίο στοίχημα. Οι τράπεζες έχουν κοινή μακροοικονομική έκθεση, αλλά διαφέρουν στη δομή καταθέσεων, στην ποιότητα δανείων, στο κόστος, στη γεωγραφική παρουσία και στην πειθαρχία κατανομής κεφαλαίου.

Η καλύτερη στάση είναι να παρακολουθείτε τις τράπεζες ως επιχειρήσεις που πρέπει να αποδεικνύουν ξανά και ξανά την ποιότητα των κερδών τους. Όταν η ανάλυση ξεκινά από τις χορηγήσεις, το κεφάλαιο, τις προβλέψεις και τη διανομή αξίας – και όχι από τον ημερήσιο θόρυβο της αγοράς – η επενδυτική απόφαση γίνεται πιο ψύχραιμη και πιο χρήσιμη για ένα μακροπρόθεσμο χαρτοφυλάκιο.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;