Πώς υποδέχθηκαν οι αγορές το 2026

Καθώς διανύουμε τις πρώτες εβδομάδες του 2026, το διαχρονικό και σχεδόν άλυτο ερώτημα για τους επενδυτές επιστρέφει: θα συνεχίσουν οι μετοχές να ανεβαίνουν ή πλησιάζει μια απότομη πτώση; Η απάντηση καθορίζει όχι μόνο τις αποδόσεις των χαρτοφυλακίων, αλλά και το αν οι επιλογές μετοχών και η κατανομή κεφαλαίων θα αποδειχθούν επιτυχημένες ή λανθασμένες.

Για τους ιδιώτες επενδυτές, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η στρατηγική «αγόρασε και κράτα» είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Οι επαγγελματίες διαχειριστές, όμως, πληρώνονται ακριβώς για να προβλέπουν το μέλλον — όσο αβέβαιο κι αν είναι. Και προς το παρόν, η εικόνα που προκύπτει είναι ξεκάθαρα αισιόδοξη.

Σύμφωνα με ανάλυση του The Economist, οι αμερικανικές μετοχές θεωρούνται ακριβές εδώ και καιρό, με τους τεχνολογικούς κολοσσούς να βρίσκονται στην κορυφή της λίστας. Ωστόσο, πλέον δεν είναι μόνο οι Big Tech που διαπραγματεύονται σε υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με αναλυτές της Goldman Sachs, σε παγκόσμιο επίπεδο οι τιμές των μετοχών, σε σχέση με τα αναμενόμενα κέρδη του επόμενου έτους, βρίσκονται υψηλότερα από ό,τι στο 90% του χρόνου τα τελευταία 20 χρόνια.

Το ίδιο ισχύει όχι μόνο για τις αμερικανικές μετοχές εκτός τεχνολογίας, αλλά και για τις αγορές εκτός ΗΠΑ. Αν και σε χώρες όπως η Βρετανία και η Κίνα οι αποτιμήσεις είναι σχετικά χαμηλότερες σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν τους, σχεδόν πουθενά δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για «φθηνές» αγορές.

Με άλλα λόγια, η ανοδική αγορά που αρχικά στηρίχθηκε στην πίστη στην αμερικανική οικονομική υπεροχή και στις προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης έχει πλέον διευρυνθεί σημαντικά. Κάποιοι επενδυτές μπορεί να αγοράζουν ακριβές μετοχές απλώς με την ελπίδα ότι θα τις πουλήσουν αργότερα ακριβότερα — μια λογική που, αν γενικευτεί, θα μπορούσε να οδηγήσει σε φούσκα. Όμως, εφόσον οι επενδυτές παραμένουν συνολικά ορθολογικοί, οι υψηλές αποτιμήσεις αντανακλούν ένα στοίχημα: ότι τα εταιρικά κέρδη θα αυξηθούν με ασυνήθιστα γρήγορους ρυθμούς.

Αυτό ακριβώς το σενάριο υιοθετούν οι περισσότεροι στρατηγικοί αναλυτές της Wall Street. Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, ο μέσος αναλυτής προβλέπει άνοδο 9% για τον δείκτη S&P 500 μέσα στο 2026. Πρόκειται για μια ικανοποιητική, αλλά όχι εντυπωσιακή απόδοση, ειδικά αν συγκριθεί με την ετήσια άνοδο 23% των τελευταίων τριών ετών. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι προβλέψεις των αναλυτών συγκλίνουν περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά μετά το 2018, με το πιο απαισιόδοξο σενάριο να μιλά για άνοδο μόλις 1% και το πιο αισιόδοξο για 18%.

Πέρα από τις προβλέψεις, οι διαχειριστές κεφαλαίων εξετάζουν και τον κίνδυνο μιας μεγάλης πτώσης. Ένας τρόπος να μετρηθούν οι φόβοι της αγοράς είναι οι τιμές των δικαιωμάτων προαίρεσης (options), που λειτουργούν ως «ασφάλεια» έναντι κατάρρευσης. Ανάλυση των Victor Haghani και James White της Elm Wealth δείχνει ότι η αγορά αποτιμά την πιθανότητα μιας σοβαρής πτώσης — άνω του 30% — μέσα στο 2026 στο περίπου 8%.

Το ποσοστό αυτό δεν απέχει ιδιαίτερα από τη μακροχρόνια ιστορική συχνότητα τέτοιων πτώσεων, που διαμορφώνεται κοντά στο 7% τον τελευταίο αιώνα. Με άλλα λόγια, οι αγορές δεν εμφανίζονται ιδιαίτερα ανήσυχες για ένα κραχ.

Αντίθετα, οι επενδυτές φαίνεται να φοβούνται περισσότερο μήπως χάσουν μια νέα μεγάλη άνοδο. Οι ίδιες αναλύσεις δείχνουν ότι η πιθανότητα ο S&P 500 να αυξηθεί κατά 30% μέσα στο 2026 αποτιμάται στο 11%. Για όσους ανησυχούν ότι οι αγορές βρίσκονται ήδη σε φούσκα, αυτή η αισιοδοξία δύσκολα καθησυχάζει — καθώς οι πιο ένθερμοι αγοραστές αυτών των στοιχημάτων ίσως είναι οι ίδιοι που έχουν ωθήσει τις αποτιμήσεις στα σημερινά υψηλά επίπεδα.